οινοπνευματούχος

οινοπνευματούχος
-α, -ο
αυτός που περιέχει οινόπνευμα, ο οινοπνευματώδης.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • οινοπνευματούχος — ο, θηλ. και α αυτός που περιέχει οινόπνευμα, αλκοολούχος («οινοπνευματούχα ποτά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < οἰνόπνευμα + οῦχος* (< ἔχω). Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Ιω. Πύρλα] …   Dictionary of Greek

  • -ούχος — (ΑΜ οῡχος) μορφή στην οποία απαντά το ρ. έχω ως β συνθετικό < οοχος με συναίρεση από ονόματα με θεμ. φωνήεν ο (πρβλ. τροπαι ούχος < τρόπαιον, κληρ ούχος < κλήρος, γαλακτ ούχος < γάλα, ακτος). Τα σύνθ. σε ούχος σημαίνουν τον κάτοχο… …   Dictionary of Greek

  • μηλίτης — Αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται με ζύμωση χυμού μήλων, αλλά και άλλων φρούτων, όπως τα αχλάδια. Ο χυμός εξάγεται από τα μήλα ή τα άλλα φρούτα, με πίεση είναι μέτρια οινοπνευματούχος, ελαφρά ξινός στη γεύση, μπορεί ωστόσο να έχει ποικίλα και… …   Dictionary of Greek

  • οινοπνευματώδης — ες 1. αυτός που περιέχει οινόπνευμα, οινοπνευματούχος, αλκοολούχος 2. φρ. «οινοπνευματώδη ποτά» ή, απλώς, «οινοπνευματώδη» ποικιλία ποτών που συνίστανται σε διάλυμα το οποίο περιέχει αλκοόλη, συνήθως αιθυλική, που προκύπτει από τη ζύμωση σακχάρου …   Dictionary of Greek

  • πνευματούχος — ον, Ν αυτός που περιέχει οινόπνευμα, οινοπνευματούχος, αλκοολούχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πνεύμα, ατος + ούχος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1864 στον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κων/πόλεως] …   Dictionary of Greek

  • οινοπνευματώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, αυτός που έχει μέσα του, που περιέχει οινόπνευμα, αλλ. οινοπνευματούχος: Οινοπνευματώδη ποτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”